Η Ισμήνη Μπονάτσου, αφηγείται με χιούμορ εικαστικά παραμύθια που κινούνται στα όρια ενός ανθρωποκεντρικού όσο και μαγικού κόσμου , στον οποίο πρωταγωνιστούν κυρίως γυναικείες και παιδικές μορφές, και τον χαρακτηρίζουν συμβολικά, λαϊκά και υπερρεαλιστικά στοιχεία.
Στην τελευταία δουλειά της μας ξαφνιάζει ευχάριστα με την ευρηματικότητά της, που μας παραπέμπει σε εικαστικές προτάσεις όχι συνήθεις. Μέσα σε άδεια δωμάτια, αναπαριστά εύρωστα κορίτσια και σπανιότερα νεαρά ζευγάρια, των οποίων η βαριά μαύρη σκιά διεκδικεί την ύπαρξή της ισότιμα με τις πραγματικές μορφές και σε έντονη χρωματική αντιπαράθεση μ’ αυτές και τον περιβάλλοντα χώρο. Με τον τρόπο αυτό δημιουργεί ένα σκηνικό χώρο, με μιαν ατμόσφαιρα αινιγματική, σχεδόν μεταφυσική, εντός του οποίου εγκλωβίζονται οι μορφές ακίνητες , συνήθως μετωπικές , να ενοικούν με τη σκιά τους, χωρίς, ωστόσο, να εμπίπτει στο οπτικό τους πεδίο ώστε να διαβλέπεται δυνατότητα διαλόγου μεταξύ τους. Αν λάβουμε υπόψη μας, ότι η σκιά γεννιέται, όπου υπάρχει φως, και χάνεται στο σκοτάδι , είναι εύκολος ο συνειρμός στο αντιθετικό ζευγάρι, ζωή και θάνατος. Αν πάλι προσέξουμε ότι σε ορισμένα έργα της οι σκιές δεν αποδίδουν την ορατή πραγματικότητα, αλλά εμφανίζουν ένα είδωλο που διαφέρει από το εικονιζόμενο πρόσωπο ή είναι εφοδιασμένο με σύμβολα που δεν φέρει στην πραγματικότητα , είναι δύσκολο ν’ αποφύγουμε τη σκέψη ότι η ζωγράφος με τη σκιά αποδίδει μια αθέατη πλευρά του εικονιζομένου ή επιμελώς κρυμμένες επιθυμίες. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η ζωγράφος, χωρίς ίσως και η ίδια να το αντιλαμβάνεται , συναντάται με δημιουργούς όπως ο γελοιογράφος Γκρανβίλ στη διάσημη γελοιογραφία του Οι Σκιές( 1830), όπου οι σκιές των υπουργών αποκαλύπτουν την πραγματική τους φύση.
Με την παιγνιδιάρικη διάθεση που χαρακτηρίζει μέχρι σήμερα όλα τα έργα της, η Ισμήνη Μπονάτσου δεν ήταν δυνατόν να μη διακρίνει το παιγνίδι του φωτός και της σκιάς που ρίχνουν τα συμπαγή αντικείμενα και να μην παρατηρήσει τις μεταβολές της σκιάς ακόμη και της δικής της , όταν οι μορφές στέκονται ή κινούνται σε χώρους που φωτίζονται από μια φωτεινή πηγή. Οι ερριμμένες σκιές(cast shadows) έγιναν αντικείμενο παρατήρησης από τους καλλιτέχνες ήδη από την αρχαιότητα και συνδέονται με τις απαρχές της ζωγραφικής. Αρκεί ν’ αναλογιστούμε την αφήγηση του Πλίνιου του Πρεσβύτερου για την κόρη του Βουτάδη και την ανακάλυψη της προσωπογραφίας, μέσω της αποτύπωσης του περιγράμματος της σκιάς που έρριχνε στον τοίχο το πρόσωπο του αγαπημένου της. Ωστόσο, η Ισμήνη Μπονάτσου, παρά τη μακριά παράδοση στην απόδοση της ερριμμένης σκιάς στην ευρωπαϊκή τέχνη και τις απηχήσεις ορισμένων καλλιτεχνικών ρευμάτων στο έργο της, αποτολμά μια εικαστική αξιοποίηση της σκιάς με το προσωπικό της μορφοπλαστικό λεξιλόγιο και με ισότιμη απόδοση μορφής και σκιάς. Η αθέατη πλευρά του μοντέλου της ή ακόμη και του εαυτού της, στην εικαστική της εκδοχή ως σκιά, γίνεται ένα πρόβλημα με ψυχαναλυτικές παραμέτρους. Το έργο της Ισμήνης Μπονάτσου, κατάθεση στον χώρο της σύγχρονης τέχνης, είναι μια παρήγορη υπενθύμηση ότι η ζωγραφική περνάει δύσκολους καιρούς , αλλά υπάρχει.
Δώρα Μαρκάτου
Επίκ. Καθ. Ιστορίας της Τέχνης
στο Τμήμα Ιστορίας –Αρχαιολογίας
του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Mέλος A.I.C.A. – Hellas.
Στην τελευταία δουλειά της μας ξαφνιάζει ευχάριστα με την ευρηματικότητά της, που μας παραπέμπει σε εικαστικές προτάσεις όχι συνήθεις. Μέσα σε άδεια δωμάτια, αναπαριστά εύρωστα κορίτσια και σπανιότερα νεαρά ζευγάρια, των οποίων η βαριά μαύρη σκιά διεκδικεί την ύπαρξή της ισότιμα με τις πραγματικές μορφές και σε έντονη χρωματική αντιπαράθεση μ’ αυτές και τον περιβάλλοντα χώρο. Με τον τρόπο αυτό δημιουργεί ένα σκηνικό χώρο, με μιαν ατμόσφαιρα αινιγματική, σχεδόν μεταφυσική, εντός του οποίου εγκλωβίζονται οι μορφές ακίνητες , συνήθως μετωπικές , να ενοικούν με τη σκιά τους, χωρίς, ωστόσο, να εμπίπτει στο οπτικό τους πεδίο ώστε να διαβλέπεται δυνατότητα διαλόγου μεταξύ τους. Αν λάβουμε υπόψη μας, ότι η σκιά γεννιέται, όπου υπάρχει φως, και χάνεται στο σκοτάδι , είναι εύκολος ο συνειρμός στο αντιθετικό ζευγάρι, ζωή και θάνατος. Αν πάλι προσέξουμε ότι σε ορισμένα έργα της οι σκιές δεν αποδίδουν την ορατή πραγματικότητα, αλλά εμφανίζουν ένα είδωλο που διαφέρει από το εικονιζόμενο πρόσωπο ή είναι εφοδιασμένο με σύμβολα που δεν φέρει στην πραγματικότητα , είναι δύσκολο ν’ αποφύγουμε τη σκέψη ότι η ζωγράφος με τη σκιά αποδίδει μια αθέατη πλευρά του εικονιζομένου ή επιμελώς κρυμμένες επιθυμίες. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η ζωγράφος, χωρίς ίσως και η ίδια να το αντιλαμβάνεται , συναντάται με δημιουργούς όπως ο γελοιογράφος Γκρανβίλ στη διάσημη γελοιογραφία του Οι Σκιές( 1830), όπου οι σκιές των υπουργών αποκαλύπτουν την πραγματική τους φύση.
Με την παιγνιδιάρικη διάθεση που χαρακτηρίζει μέχρι σήμερα όλα τα έργα της, η Ισμήνη Μπονάτσου δεν ήταν δυνατόν να μη διακρίνει το παιγνίδι του φωτός και της σκιάς που ρίχνουν τα συμπαγή αντικείμενα και να μην παρατηρήσει τις μεταβολές της σκιάς ακόμη και της δικής της , όταν οι μορφές στέκονται ή κινούνται σε χώρους που φωτίζονται από μια φωτεινή πηγή. Οι ερριμμένες σκιές(cast shadows) έγιναν αντικείμενο παρατήρησης από τους καλλιτέχνες ήδη από την αρχαιότητα και συνδέονται με τις απαρχές της ζωγραφικής. Αρκεί ν’ αναλογιστούμε την αφήγηση του Πλίνιου του Πρεσβύτερου για την κόρη του Βουτάδη και την ανακάλυψη της προσωπογραφίας, μέσω της αποτύπωσης του περιγράμματος της σκιάς που έρριχνε στον τοίχο το πρόσωπο του αγαπημένου της. Ωστόσο, η Ισμήνη Μπονάτσου, παρά τη μακριά παράδοση στην απόδοση της ερριμμένης σκιάς στην ευρωπαϊκή τέχνη και τις απηχήσεις ορισμένων καλλιτεχνικών ρευμάτων στο έργο της, αποτολμά μια εικαστική αξιοποίηση της σκιάς με το προσωπικό της μορφοπλαστικό λεξιλόγιο και με ισότιμη απόδοση μορφής και σκιάς. Η αθέατη πλευρά του μοντέλου της ή ακόμη και του εαυτού της, στην εικαστική της εκδοχή ως σκιά, γίνεται ένα πρόβλημα με ψυχαναλυτικές παραμέτρους. Το έργο της Ισμήνης Μπονάτσου, κατάθεση στον χώρο της σύγχρονης τέχνης, είναι μια παρήγορη υπενθύμηση ότι η ζωγραφική περνάει δύσκολους καιρούς , αλλά υπάρχει.
Δώρα Μαρκάτου
Επίκ. Καθ. Ιστορίας της Τέχνης
στο Τμήμα Ιστορίας –Αρχαιολογίας
του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Mέλος A.I.C.A. – Hellas.
