Η καλλιτεχνική πορεία της Ισμήνης Μπονάτσου ξεκινά το 1991,όταν πρωτοεμφανίστηκε στην εικαστική σκηνή της Ελλάδας, μέσα από την έκθεση των αποφοίτων της ΑΣΚΤ. Στο διάστημα που μεσολάβησε έως σήμερα, αξιοποίησε τη στέρεη καλλιτεχνική παιδεία που έλαβε κοντά στον Δημοσθένη Κοκκινίδη και τον Παναγιώτη Τέτση, τις εμπειρίες της από τις σπουδές και την παραμονή της στην Ισπανία καθώς και τα βιώματά της από τη διδασκαλία της στη Μέση Εκπαίδευση, για να διαμορφώσει ένα προσωπικό μορφοπλαστικό ιδίωμα στα όρια μιας ανθρωποκεντρικής ζωγραφικής
Σε μόνιμο διάλογο με την τέχνη του παρελθόντος πλάθει έναν κόσμο μαγικό και φανταστικό με λαϊκά, συμβολικά και υπερρεαλιστικά στοιχεία που έχει αφομοιώσει από διάφορες τεχνοτροπικές κατευθύνσεις.
Στα έργα που φιλοτέχνησε την τελευταία τετραετία συνεχίζει να μυθοποιεί τα όνειρά της και τα βιώματά της, να αποκωδικοποιεί το υποσυνείδητο, να συνδυάζει με χιούμορ και παιγνιδιάρικη διάθεση ετερόκλητα στοιχεία και να συνθέτει απρόσμενες εικόνες naive έκφρασης που αποπνέουν δροσιά και παιδικότητα. Σ’ αυτόν τον κόσμο του παραμυθιού πρωταγωνιστούν τα παιδιά και οι γυναίκες, φιγούρες μοναχικές ή ζευγαρωμένες, σε αρμονική συνύπαρξη μ’ένα μικρόκοσμο από καρπούς, ψάρια και ζώα, φορτισμένες με συμβολισμούς όχι πάντοτε ευανάγνωστους. Ούτε τα παιδιά ούτε οι γυναίκες είναι πλάσματα τέλεια. Πρόκειται για μορφές προικισμένες με μικρές ατέλειες, που τις κάνουν πιο ανθρώπινες και εξορκίζουν κάθε έννοια εξιδανίκευσης.
Στις περισσότερες περιπτώσεις οι μορφές εικονίζονται μετωπικά, σχηματοποιημένες και μνημειακές, φορτισμένες εσωτερικά, με μάτια που θυμίζουν Φαγιούμ, καθηλωμένες στον χρόνο, μέσα σ’ ένα χώρο απροοπτικό και εξωπραγματικό, ξένες στο παραδεισένιο ή ακαθόριστο περιβάλλον τους.
Σε μερικά από τα τελευταία έργα της, ο χώρος δομείται γεωμετρικά, με τρόπο που παραπέμπει σε παλιότερους δασκάλους της ζωγραφικής ή προκαλεί συνειρμούς από τη φλαμανδική ζωγραφική και ειδικά τον Peter Bruegel ή τον Rogier van der Weyden ή ακόμη παραπέμπουν χρωματικά στην ασφυκτική ατμόσφαιρα έργων του Van Gogh. Τα ψυχρά πλακάτα χρώματά της, με ψυχολογική βαρύτητα και συμβολική σημασία, σπάνια αναδίνουν φως ημέρας. Κατά κανόνα κυριαρχεί το βαθυγάλανο της νύκτας και μια φέτα φεγγάρι συντροφεύει τις μορφές. Η χρωματική της κλίμακα αν και είναι πλουσιότερη σε σχέση με προγενέστερα έργα της- με εξαίρεση εκείνα της ισπανικής περιόδου- υποχωρεί μπροστά στο άψογο σχέδιο που παραμένει το κυρίαρχο μορφοπλαστικό μέσο. Σταθερά περιγράμματα ορίζουν τις μορφές, ενώ απλοϊκά παιδικά σχέδια ενοικούν τον εξωπραγματικό χώρο.
Η Ισμήνη Μπονάτσου μπορεί ν’ αφηγείται τα παραμύθια της με την ίδια άνεση σε λιλιπούτειους ή σε μεγάλων διαστάσεων πίνακες. Μικρά έργα διαστάσεων μόλις ολίγων εκατοστών, που λειτουργούν ως προσχέδια ή αυτόνομα, έχουν τη δυνατότητα να συνδυάζονται μεταξύ τους έτσι ώστε το καθένα ν’ αποτελεί ένα μοτίβο σε σύνθετες εικόνες που όλα μαζί απαρτίζουν. Στα τελευταία έργα της δοκιμάζει τη συνθετική της ικανότητα σε επιμήκεις πίνακες που της παρέχουν τη δυνατότητα να διατάσσει κάθετα ή οριζόντια, κάποτε και διαγώνια, αντιθετικές μορφές και να παίζει με ζεύγη εννοιών, όπως αρσενικό –θηλυκό, μέρα-νύκτα ή να τονίζει τη στενή σχέση δύο γυναικών ή μητέρας- παιδιού. Ενδιαφέρουσες όσο και ολισθηρές οι αντιθετικές αυτές συνθέσεις αναδεικνύουν την ερευνητική της διάθεση.
Το έργο όμως που συμπυκνώνει τα κύρια γνωρίσματα της ζωγραφικής της και τεκμηριώνει την ικανότητά της να μετατρέπει τη ζωγραφική επιφάνεια σε καθρέφτη της μνήμης είναι το Αντίο. Στα χνάρια του Marc Chagal, συνειδητά ή ασύνειδα, απομονώνει τις πιο ουσιαστικές εμπειρίες της ή τα πιο αντιπροσωπευτικά όνειρά της και τα συναρμόζει σε διαδοχικές εικόνες παιδικής αφέλειας. Η ιδιότυπη αθωότητα της γραφής της υπονομεύει κάθε λογική προσέγγιση.
Δώρα Μαρκάτου
Επίκ. Καθ. Ιστορίας της Τέχνης
στο Τμήμα Ιστορίας –Αρχαιολογίας
του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Mέλος A.I.C.A. – Hellas.
Σε μόνιμο διάλογο με την τέχνη του παρελθόντος πλάθει έναν κόσμο μαγικό και φανταστικό με λαϊκά, συμβολικά και υπερρεαλιστικά στοιχεία που έχει αφομοιώσει από διάφορες τεχνοτροπικές κατευθύνσεις.
Στα έργα που φιλοτέχνησε την τελευταία τετραετία συνεχίζει να μυθοποιεί τα όνειρά της και τα βιώματά της, να αποκωδικοποιεί το υποσυνείδητο, να συνδυάζει με χιούμορ και παιγνιδιάρικη διάθεση ετερόκλητα στοιχεία και να συνθέτει απρόσμενες εικόνες naive έκφρασης που αποπνέουν δροσιά και παιδικότητα. Σ’ αυτόν τον κόσμο του παραμυθιού πρωταγωνιστούν τα παιδιά και οι γυναίκες, φιγούρες μοναχικές ή ζευγαρωμένες, σε αρμονική συνύπαρξη μ’ένα μικρόκοσμο από καρπούς, ψάρια και ζώα, φορτισμένες με συμβολισμούς όχι πάντοτε ευανάγνωστους. Ούτε τα παιδιά ούτε οι γυναίκες είναι πλάσματα τέλεια. Πρόκειται για μορφές προικισμένες με μικρές ατέλειες, που τις κάνουν πιο ανθρώπινες και εξορκίζουν κάθε έννοια εξιδανίκευσης.
Στις περισσότερες περιπτώσεις οι μορφές εικονίζονται μετωπικά, σχηματοποιημένες και μνημειακές, φορτισμένες εσωτερικά, με μάτια που θυμίζουν Φαγιούμ, καθηλωμένες στον χρόνο, μέσα σ’ ένα χώρο απροοπτικό και εξωπραγματικό, ξένες στο παραδεισένιο ή ακαθόριστο περιβάλλον τους.
Σε μερικά από τα τελευταία έργα της, ο χώρος δομείται γεωμετρικά, με τρόπο που παραπέμπει σε παλιότερους δασκάλους της ζωγραφικής ή προκαλεί συνειρμούς από τη φλαμανδική ζωγραφική και ειδικά τον Peter Bruegel ή τον Rogier van der Weyden ή ακόμη παραπέμπουν χρωματικά στην ασφυκτική ατμόσφαιρα έργων του Van Gogh. Τα ψυχρά πλακάτα χρώματά της, με ψυχολογική βαρύτητα και συμβολική σημασία, σπάνια αναδίνουν φως ημέρας. Κατά κανόνα κυριαρχεί το βαθυγάλανο της νύκτας και μια φέτα φεγγάρι συντροφεύει τις μορφές. Η χρωματική της κλίμακα αν και είναι πλουσιότερη σε σχέση με προγενέστερα έργα της- με εξαίρεση εκείνα της ισπανικής περιόδου- υποχωρεί μπροστά στο άψογο σχέδιο που παραμένει το κυρίαρχο μορφοπλαστικό μέσο. Σταθερά περιγράμματα ορίζουν τις μορφές, ενώ απλοϊκά παιδικά σχέδια ενοικούν τον εξωπραγματικό χώρο.
Η Ισμήνη Μπονάτσου μπορεί ν’ αφηγείται τα παραμύθια της με την ίδια άνεση σε λιλιπούτειους ή σε μεγάλων διαστάσεων πίνακες. Μικρά έργα διαστάσεων μόλις ολίγων εκατοστών, που λειτουργούν ως προσχέδια ή αυτόνομα, έχουν τη δυνατότητα να συνδυάζονται μεταξύ τους έτσι ώστε το καθένα ν’ αποτελεί ένα μοτίβο σε σύνθετες εικόνες που όλα μαζί απαρτίζουν. Στα τελευταία έργα της δοκιμάζει τη συνθετική της ικανότητα σε επιμήκεις πίνακες που της παρέχουν τη δυνατότητα να διατάσσει κάθετα ή οριζόντια, κάποτε και διαγώνια, αντιθετικές μορφές και να παίζει με ζεύγη εννοιών, όπως αρσενικό –θηλυκό, μέρα-νύκτα ή να τονίζει τη στενή σχέση δύο γυναικών ή μητέρας- παιδιού. Ενδιαφέρουσες όσο και ολισθηρές οι αντιθετικές αυτές συνθέσεις αναδεικνύουν την ερευνητική της διάθεση.
Το έργο όμως που συμπυκνώνει τα κύρια γνωρίσματα της ζωγραφικής της και τεκμηριώνει την ικανότητά της να μετατρέπει τη ζωγραφική επιφάνεια σε καθρέφτη της μνήμης είναι το Αντίο. Στα χνάρια του Marc Chagal, συνειδητά ή ασύνειδα, απομονώνει τις πιο ουσιαστικές εμπειρίες της ή τα πιο αντιπροσωπευτικά όνειρά της και τα συναρμόζει σε διαδοχικές εικόνες παιδικής αφέλειας. Η ιδιότυπη αθωότητα της γραφής της υπονομεύει κάθε λογική προσέγγιση.
Δώρα Μαρκάτου
Επίκ. Καθ. Ιστορίας της Τέχνης
στο Τμήμα Ιστορίας –Αρχαιολογίας
του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Mέλος A.I.C.A. – Hellas.
Isminis Bonatsou's artistic career begins in 1991 with her appearance on the Greek art scene at the Art School of Athens graduates show. Since then, her style has evolved, through the education she obtained from her teachers P. Tetsis and D. Kokkinidis, her studies and residence in Spain as well as her teaching experience in high school education, to a very personally shaped figurative idiom within the framework of anthropocentric painting. In a continuing dialogue with the past, she knits a magical and fantastic world that includes folk, symbolic and surrealistic elements assimilated from various styles and techniques.
In the past four years she continues to fictionalise her dreams and experience through her work, to decode her subconsious and to playfully combine unexpected elements and naif expressions. The final result conveys a delighful freshness, a certain childishness and a sense of humor. In her world of fables the protagonists are children and women, alone or in pairs, coexisting harmoniously in a microcosm of fruit, fish, and animáis. Her figures are charged with symbols, which are not immediately decipherable. Less than perfect, these are creatures gifted with minor humanising defects that exorcise any sense of faise idealisation.
In most cases the figures are depicted head on, schematised and monumental, innerly charged, their eyes reminiscent of the Fayum portaits. They are trapped in time and unreal spaces, without perspective, and remain strangers to their surrounding.
In some of her most recent paintings space is structured geometrically, in a manner that refers to the old Flemish masters Peter Bruegel and Rogier van der Weyden in particular. In terms of colour they might hint towards a more suffocating version of Van Gogh. Her cool flat colours of phychological stress and symbolic meaning seldom betray light. Midnight blue is dominant as a rule and a slice of the moon accompanies her figures.
Though her colour range has broadened in relation to her earlier work - with the expection of her Spanish period - it is still secondary to her flawless drawing technique which remains the main morphoplastic medium. Strong outlines define her subject, while simplistic, childlike elements inhabit a mysterious space.
Ismini Bonatsou can narrate her stories with equal ease on both Lilliputian and large scale canvases. Small scale works of just a few centimeters can function as rough sketches as well as autonomously, and can potentially be combined with one another so that each one can represent a motif in a final composite image.
In her latest work she applies her compositional skills to oblong surfaces, which offer her the possibility of setting her figures either vertically or horizontally or, in some cases, even diagonally, and to play with dual concepts such as male-female, night-day, and also to emphasise the close bond between two women, of between mother and child. Interesting if a bit precarious, the antithetic qualities of these compositions set the tone of her research.
One work, however, which amplifies all the main characteristics of her painting and proves her ability to convert a simple painterly surface into a memory map, is "Addio". In the footsteps of Marc Chagall, consciously or unconsciously, she isolates her most essential personal experiences and her most emblematic of dreams and connects them to sequential images of childhood naivete. The idiosyncratic innocence of her style fortunately undermines any rational approach.
In the past four years she continues to fictionalise her dreams and experience through her work, to decode her subconsious and to playfully combine unexpected elements and naif expressions. The final result conveys a delighful freshness, a certain childishness and a sense of humor. In her world of fables the protagonists are children and women, alone or in pairs, coexisting harmoniously in a microcosm of fruit, fish, and animáis. Her figures are charged with symbols, which are not immediately decipherable. Less than perfect, these are creatures gifted with minor humanising defects that exorcise any sense of faise idealisation.
In most cases the figures are depicted head on, schematised and monumental, innerly charged, their eyes reminiscent of the Fayum portaits. They are trapped in time and unreal spaces, without perspective, and remain strangers to their surrounding.
In some of her most recent paintings space is structured geometrically, in a manner that refers to the old Flemish masters Peter Bruegel and Rogier van der Weyden in particular. In terms of colour they might hint towards a more suffocating version of Van Gogh. Her cool flat colours of phychological stress and symbolic meaning seldom betray light. Midnight blue is dominant as a rule and a slice of the moon accompanies her figures.
Though her colour range has broadened in relation to her earlier work - with the expection of her Spanish period - it is still secondary to her flawless drawing technique which remains the main morphoplastic medium. Strong outlines define her subject, while simplistic, childlike elements inhabit a mysterious space.
Ismini Bonatsou can narrate her stories with equal ease on both Lilliputian and large scale canvases. Small scale works of just a few centimeters can function as rough sketches as well as autonomously, and can potentially be combined with one another so that each one can represent a motif in a final composite image.
In her latest work she applies her compositional skills to oblong surfaces, which offer her the possibility of setting her figures either vertically or horizontally or, in some cases, even diagonally, and to play with dual concepts such as male-female, night-day, and also to emphasise the close bond between two women, of between mother and child. Interesting if a bit precarious, the antithetic qualities of these compositions set the tone of her research.
One work, however, which amplifies all the main characteristics of her painting and proves her ability to convert a simple painterly surface into a memory map, is "Addio". In the footsteps of Marc Chagall, consciously or unconsciously, she isolates her most essential personal experiences and her most emblematic of dreams and connects them to sequential images of childhood naivete. The idiosyncratic innocence of her style fortunately undermines any rational approach.
Dr.Dora Markatou.
Assistant Professor in Art History
Department of Archaeology University of Ioannina.
Member of A.I.C.A. Hellas
